Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motorbike
01
μοτοσικλέτα, μηχανή
a light vehicle that has two wheels and is powered by an engine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motorbikes
Παραδείγματα
They decided to take a road trip on their motorbike, stopping at different towns along the way to explore.
Αποφάσισαν να κάνουν ένα ταξίδι με το μοτοσικλετάκι τους, σταματώντας σε διάφορες πόλεις κατά μήκος του δρόμου για να εξερευνήσουν.
to motorbike
01
οδηγώ μοτοσικλέτα, καβαλάω μοτοσικλέτα
ride a motorcycle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
motorbike
γ΄ ενικό πρόσωπο
motorbikes
ενεστώτα μετοχή
motorbiking
απλός αόριστος
motorbiked
παθητική μετοχή
motorbiked
Λεξικό Δέντρο
motorbike
motor
bike



























