motorhome
motorhome
məʊtəhəʊm
mewtēhewm
motor home

Ορισμός και σημασία του "motorhome"στα αγγλικά

01

καραβάν, motorhome

a type of recreational vehicle that is designed for long-distance travel and can function as a temporary home on wheels 
motorhome definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motorhomes
Παραδείγματα
We decided to rent a motorhome for our summer road trip across the country. 

Αποφασίσαμε να νοικιάσουμε ένα καραβάν για το καλοκαιρινό μας ταξίδι με αυτοκίνητο σε όλη τη χώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store