aathenian
aa
ə
ē
the
ˈθi:
thi
nian
niən
niēn
Slovenianbeethovenian

Ορισμός και σημασία του "Aathenian"στα αγγλικά

01

Αθηναίος, Αθηναία

a resident of Athens 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Athenians
01

αθηναϊκός, σχετικός με την Αθήνα

relating to Athens, its people, or its culture, especially in ancient Greece 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, history, culture
Παραδείγματα
The Athenian democracy was a significant development in ancient political systems. 

Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μια σημαντική εξέλιξη στα αρχαία πολιτικά συστήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store