Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aathenian
01
Αθηναίος, Αθηναία
a resident of Athens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Athenians
aathenian
01
αθηναϊκός, σχετικός με την Αθήνα
relating to Athens, its people, or its culture, especially in ancient Greece
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Athenian culture greatly influenced the development of Western civilization.
Ο αθηναϊκός πολιτισμός επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού.



























