to mosey
mo
ˈməʊ
mew
sey
zi
zi
moneymossymousey

Ορισμός και σημασία του "mosey"στα αγγλικά

to mosey
01

περιφέρομαι, βόλτα

to move or walk in a relaxed, unhurried manner, often with a casual or leisurely pace 
Intransitive: to mosey | to mosey somewhere
to mosey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mosey
γ΄ ενικό πρόσωπο
moseys
ενεστώτα μετοχή
moseying
απλός αόριστος
moseyed
παθητική μετοχή
moseyed
Παραδείγματα
After the meal, they decided to mosey around the neighborhood, enjoying the pleasant evening. 

Μετά το γεύμα, αποφάσισαν να βγουν μια βόλτα στη γειτονιά, απολαμβάνοντας την ευχάριστη βραδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store