Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mosey
01
περιφέρομαι, βόλτα
to move or walk in a relaxed, unhurried manner, often with a casual or leisurely pace
Intransitive: to mosey | to mosey somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mosey
γ΄ ενικό πρόσωπο
moseys
ενεστώτα μετοχή
moseying
απλός αόριστος
moseyed
παθητική μετοχή
moseyed
Παραδείγματα
After the meal, they decided to mosey around the neighborhood, enjoying the pleasant evening.
Μετά το γεύμα, αποφάσισαν να βγουν μια βόλτα στη γειτονιά, απολαμβάνοντας την ευχάριστη βραδιά.



























