Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mortifying
01
ταπεινωτικός, ντροπιαστικός
causing someone to feel humbled or painfully aware of their faults or shortcomings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mortifying
συγκριτικός βαθμός
more mortifying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Losing to a much younger opponent was mortifying for the champion.
Η ήττα από έναν πολύ νεότερο αντίπαλο ήταν ταπεινωτική για τον πρωταθλητή.
02
ταπεινωτικός, ντροπιαστικός
causing intense embarrassment, shame, or humiliation
Παραδείγματα
Forgetting her lines on stage was a mortifying experience.
Το να ξεχάσει τα λόγια της στη σκηνή ήταν μια εξευτελιστική εμπειρία.
Λεξικό Δέντρο
mortifying
mortify
mort



























