mortifying
mor
ˈmɔ:
maw
ti
ti
fying
faɪɪng
faiing

Ορισμός και σημασία του "mortifying"στα αγγλικά

mortifying
01

ταπεινωτικός, ντροπιαστικός

causing someone to feel humbled or painfully aware of their faults or shortcomings 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mortifying
συγκριτικός βαθμός
more mortifying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Losing to a much younger opponent was mortifying for the champion. 

Η ήττα από έναν πολύ νεότερο αντίπαλο ήταν ταπεινωτική για τον πρωταθλητή.

02

ταπεινωτικός, ντροπιαστικός

causing intense embarrassment, shame, or humiliation 
Παραδείγματα
Forgetting her lines on stage was a mortifying experience. 

Το να ξεχάσει τα λόγια της στη σκηνή ήταν μια εξευτελιστική εμπειρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store