Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mortician
01
νεκροθάφτης, ταφικός πράκτορας
someone who prepares dead bodies for burial or cremation and arranges funerals as their job
Dialect
American
Παραδείγματα
Many morticians undergo specialized training in mortuary science and obtain licensure to practice, adhering to strict ethical and legal standards in their profession.
Πολλοί νεκροθάφτες υποβάλλονται σε εξειδικευμένη εκπαίδευση στην επιστήμη της νεκροταφικής και αποκτούν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, τηρώντας αυστηρά ηθικά και νομικά πρότυπα στο επάγγελμά τους.



























