Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mortar
01
ολμοβόλο, εκτοξευτής χειροβομβίδων
a short-barreled, muzzle-loaded artillery piece that fires explosive shells at high angles for close-range support
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mortars
Παραδείγματα
The soldiers set up a mortar to provide fire support for advancing infantry units.
Οι στρατιώτες έστησαν ένα ολμοβόλο για να παρέχουν πυροβολική υποστήριξη στις προωθούμενες μονάδες πεζικού.
02
κονίαμα, τσιμεντοκονίαμα
a mixture, typically of sand, lime, or cement, used to bond masonry units together or to coat walls
Παραδείγματα
The mason spread mortar between the bricks.
Ο κτίστης απλώνει κονίαμα ανάμεσα στα τούβλα.
03
γουδί, γουδοχέρι
a bowl for crushing and blending materials with a pestle
Παραδείγματα
She crushed the spices in a small mortar with a wooden pestle.
Έσπασε τα μπαχαρικά σε ένα μικρό γουδί με ξύλινο γουδοχέρι.
to mortar
01
επιχρίω, τσιμεντώνω
to coat or join surfaces using a mixture of sand, water, and cement or lime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mortar
γ΄ ενικό πρόσωπο
mortars
ενεστώτα μετοχή
mortaring
απλός αόριστος
mortared
παθητική μετοχή
mortared
Παραδείγματα
The mason mortared the bricks carefully to ensure stability.
Ο κτίστης ασβεστόστρωσε τα τούβλα προσεκτικά για να εξασφαλίσει σταθερότητα.



























