Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morphological
01
μορφολογικός, σχετικός με τη μορφολογία
relating to or concerned with the morphology of plants and animals
02
μορφολογικός, σχετικός με τη μορφολογία
relating to the structure and form of words, and how they combine to create different grammatical forms
Παραδείγματα
Understanding the morphological structure of words helps learners grasp their meanings and usage.
Η κατανόηση της μορφολογικής δομής των λέξεων βοηθά τους μαθητές να κατανοήσουν τη σημασία και τη χρήση τους.
03
μορφολογικός, σχετικός με τη γεωλογική δομή
pertaining to geological structure
Λεξικό Δέντρο
morphologically
morphological
morphologic
morphology
morpho



























