Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morose
01
μελαγχολικός, απαισιόδοξος
having a sullen, gloomy, or pessimistic disposition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most morose
συγκριτικός βαθμός
more morose
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mood, personality, behavior
Παραδείγματα
After receiving disappointing news, he became morose and withdrew from social interactions.
Αφού έλαβε απογοητευτικά νέα, έγινε μελαγχολικός και αποσύρθηκε από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
morosely
moroseness
morose



























