Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morose
01
μελαγχολικός, απαισιόδοξος
having a sullen, gloomy, or pessimistic disposition
Παραδείγματα
The somber music playing in the background heightened the morose tone of the movie.
Η σκοτεινή μουσική που έπαιζε στο παρασκήνιο ενίσχυσε τον σκοτεινό τόνο της ταινίας.
Λεξικό Δέντρο
morosely
moroseness
morose



























