morchella
mor
mɔ:
maw
che
ˈʃɛ
she
lla
lə
lē

Ορισμός και σημασία του "morchella"στα αγγλικά

01

μορτσέλα

genus of edible fungi: morel 
morchella definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
morchellas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store