Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morbid
01
νοσηρός, μακάβριος
having an excessive and unhealthy interest in disturbing subjects, especially in death and disease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
morbidest
συγκριτικός βαθμός
morbider
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist ’s morbid paintings often explored themes of decay and mortality.
Οι νοσηρές ζωγραφιές του καλλιτέχνη εξερεύνησαν συχνά θέματα παρακμής και θνησιμότητας.
02
νοσηρός, παθολογικός
(of pathology) related to a diseased state or an abnormal condition, especially one that is severe or harmful
Παραδείγματα
Certain diagnostic tests help identify morbid changes in tissue structure.
Ορισμένες διαγνωστικές εξετάσεις βοηθούν στον εντοπισμό νοσηρών αλλαγών στη δομή του ιστού.
03
νοσηρός
suggesting an unhealthy mental state
Λεξικό Δέντρο
morbidly
morbidness
morbid



























