moorland
moor
ˈmʊə
mue
land
lænd
lānd

Ορισμός και σημασία του "moorland"στα αγγλικά

01

ερείπιο, βάλτος

an open and high land covered with grass, bushes and heather 
moorland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moorlands
Παραδείγματα
The hikers explored the vast moorland, enjoying the open views. 

Οι πεζοπόροι εξερεύνησαν την απέραντη έρημο, απολαμβάνοντας τις ανοιχτές θέας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

moorland

moor

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store