Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moorland
01
ερείπιο, βάλτος
an open and high land covered with grass, bushes and heather
Παραδείγματα
The trail led them across the rugged moorland landscape.
Το μονοπάτι τους οδήγησε μέσα από το ανώμαλο τοπίο των πεδιάδων.
Λεξικό Δέντρο
moorland
moor
land



























