month
month
mʌnθ
manth
mouth

Ορισμός και σημασία του "month"στα αγγλικά

01

μήνας

each of the twelve named divisions of the year, like January, February, etc. 
month definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
months
Παραδείγματα
I like to set goals for myself at the start of each month. 

Μου αρέσει να θέτω στόχους για τον εαυτό μου στην αρχή κάθε μήνα.

02

μήνας

a time unit of approximately 30 days 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store