monotonously
mo
mə
mē
no
ˈnɒ
no
to
tə
tē
nous
nəs
nēs
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "monotonously"στα αγγλικά

monotonously
01

μονοτόνα, με μονότονο τρόπο

in a way that repeats the same pattern or content, becoming dull and tiresome 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The conveyor belt moved monotonously, each item identical to the last. 

Η μεταφορική ταινία κινούνταν μονότονα, κάθε αντικείμενο ίδιο με το προηγούμενο.

1.1

μονότονα, χωρίς διακύμανση

in a way that lacks changes in vocal pitch or inflection 
Παραδείγματα
The automated voice answered monotonously, giving no emotional cues. 

Η αυτοματοποιημένη φωνή απάντησε μονότονα, χωρίς να δώσει συναισθηματικές ενδείξεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

monotonously
monotonous
monotone
tone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store