monosyllable
mo
mo
no
nəʊ
new
sy
si
lla
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "monosyllable"στα αγγλικά

01

μονοσύλλαβη λέξη, μονοσύλλαβο

a word or expression comprised of a single syllable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monosyllables
Παραδείγματα
In the spelling bee, she was first given a simple monosyllable before moving on to more complex terms. 

Στον διαγωνισμό ορθογραφίας, της δόθηκε πρώτα μια απλή μονοσύλλαβη λέξη πριν προχωρήσει σε πιο σύνθετους όρους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store