Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monophonic
01
μονοφωνικός, μονο
describing sound transmission, recording or reproduction that is transferred through a single channel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old radio played monophonic sound, lacking the depth and directionality of modern stereo systems.
Το παλιό ραδιόφωνο έπαιζε μονοφωνικό ήχο, χωρίς το βάθος και την κατευθυντικότητα των σύγχρονων στερεοφωνικών συστημάτων.
02
μονοφωνικός, που αποτελείται από μια μοναδική μελωδική γραμμή
consisting of a single melodic line
Λεξικό Δέντρο
monophonic
phonic
phon



























