monomer
mo
ˈmɒ
mo
no
nə
nē
mer
mə
mē
astronomer

Ορισμός και σημασία του "monomer"στα αγγλικά

01

μονομερές, μόριο μονομερούς

a molecule that can chemically bond with other molecules to form a polymer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monomers
Παραδείγματα
Ethylene is a monomer that polymerizes to form polyethylene, a widely used plastic. 

Ο αιθυλένιο είναι ένα μονομερές που πολυμερίζεται για να σχηματίσει πολυαιθυλένιο, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο πλαστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store