monolith
mo
ˈmɒ
μο
no
nə
να
lith
lɪθ
λιθ

Ορισμός και σημασία του "monolith"στα αγγλικά

01

μονόλιθος, μεγάλο ογκόλιθο

a large, singular stone block, frequently used as a pillar or memorial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monoliths
Παραδείγματα
The ancient monolith stood tall in the desert, a mysterious symbol of an ancient civilization. 

Ο αρχαίος μονολιθικός στέκονταν ψηλά στην έρημο, ένα μυστηριώδες σύμβολο ενός αρχαίου πολιτισμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store