monograph
mo
mo
no
nəʊ
new
graph
grɑ:f
graaf

Ορισμός και σημασία του "monograph"στα αγγλικά

01

μονογραφία, λεπτομερής μελέτη

a detailed written account of a particular subject, usually in the format of a short book 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monographs
Παραδείγματα
Libraries often house monographs that delve deep into niche subjects, providing invaluable resources for researchers. 

Οι βιβλιοθήκες συχνά φιλοξενούν μονογραφίες που εμβαθύνουν σε εξειδικευμένα θέματα, προσφέροντας ανεκτίμητους πόρους για τους ερευνητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store