monograph
Pronunciation
/ˈmɑnəˌɡɹæf/

Ορισμός και σημασία του "monograph"στα αγγλικά

01

μονογραφία, λεπτομερής μελέτη

a detailed written account of a particular subject, usually in the format of a short book
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monographs
Παραδείγματα
The monograph provides a comprehensive overview of the artist's oeuvre, accompanied by detailed analyses of key works.
Η μονογραφία παρέχει μια περιεκτική επισκόπηση του έργου του καλλιτέχνη, συνοδευόμενη από λεπτομερείς αναλύσεις βασικών έργων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store