Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monogamist
01
μονογαμιστής, υποστηρικτής της μονογαμίας
someone who practices or believes in having a romantic or sexual relationship with only one partner at a time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monogamists



























