monoculture
Pronunciation
/mˈɑːnoʊkˌʌltʃɚ/

Ορισμός και σημασία του "monoculture"στα αγγλικά

01

μονοκαλλιέργεια

the cultivation of a single crop (on a farm or area or country)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store