Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monoculture
01
μονοκαλλιέργεια
the cultivation of a single crop (on a farm or area or country)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
monoculture
culture



























