Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monkey
01
πίθηκος, μαϊμού
a playful and intelligent animal that has a long tail and usually lives in trees and warm countries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monkeys
02
πίθηκος, παιχνιδιάρης
one who is playfully mischievous
to monkey
01
τεμπελιάζω, σπαταλώ χρόνο
do random, unplanned work or activities or spend time idly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
monkey
γ΄ ενικό πρόσωπο
monkeys
ενεστώτα μετοχή
monkeying
απλός αόριστος
monkeyed
παθητική μετοχή
monkeyed
02
παραποιώ, πλαστογραφώ
play around with or alter or falsify, usually secretively or dishonestly



























