Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moniker
01
ψευδώνυμο, παρατσούκλι
a nickname or alias that someone or something is known by, often used informally or affectionately
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monikers
Παραδείγματα
She adopted the moniker " DJ Luna " when she began performing at local clubs.
Υιοθέτησε το ψευδώνυμο "DJ Luna" όταν άρχισε να εμφανίζεται σε τοπικά κλαμπ.



























