monarchy
mo
ˈmɒ
μο
nar
να
chy
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "monarchy"στα αγγλικά

01

μοναρχία, βασίλειο

a system of government or a country or state that is ruled by a king or queen 
monarchy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monarchies
Παραδείγματα
The monarchy has existed in the country for centuries, with the king serving as the head of state. 

Η μοναρχία υπάρχει στη χώρα για αιώνες, με τον βασιλιά να υπηρετεί ως αρχηγός του κράτους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store