molecule
mo
ˈmɒ
mo
le
li
cule
kju:l
kyool

Ορισμός και σημασία του "molecule"στα αγγλικά

01

μόριο

the smallest structure of a substance consisting of a group of atoms 
molecule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
molecules
Παραδείγματα
Molecules are made up of two or more atoms bonded together. 

Τα μόρια αποτελούνται από δύο ή περισσότερα άτομα που είναι ενωμένα μεταξύ τους.

02

στοιχείο, ψίχα

a very tiny amount or piece of something 
Παραδείγματα
There wasn't a molecule of doubt in her mind. 

Δεν υπήρχε ούτε ένα μόριο αμφιβολίας στο μυαλό της.

Λεξικό Δέντρο

macromolecule
molecular
molecule
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store