Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to molder
01
αποσυντίθεται, σαπίζω
to slowly fall apart or decay, often because of time or neglect
Intransitive
Παραδείγματα
By the end of the year, the discarded items will have moldered into dust.
Μέχρι το τέλος του έτους, τα απορριφθέντα αντικείμενα θα έχουν αποσυντεθεί σε σκόνη.



























