Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to molder
01
αποσυντίθεται, σαπίζω
to slowly fall apart or decay, often because of time or neglect
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
molder
γ΄ ενικό πρόσωπο
molders
ενεστώτα μετοχή
moldering
απλός αόριστος
moldered
παθητική μετοχή
moldered
Παραδείγματα
The old books in the attic are beginning to molder.
Τα παλιά βιβλία στη σοφίτα αρχίζουν να σαπίζουν.



























