to molder
mol
ˈməʊl
mewl
der
molter
moulder

Ορισμός και σημασία του "molder"στα αγγλικά

to molder
01

αποσυντίθεται, σαπίζω

to slowly fall apart or decay, often because of time or neglect 
Intransitive
to molder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
molder
γ΄ ενικό πρόσωπο
molders
ενεστώτα μετοχή
moldering
απλός αόριστος
moldered
παθητική μετοχή
moldered
Παραδείγματα
The old books in the attic are beginning to molder. 

Τα παλιά βιβλία στη σοφίτα αρχίζουν να σαπίζουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store