moisture
mois
ˈmɔɪs
μοϊσ
ture
ʧɜr
τσερρ
/mˈɔ‍ɪst‍ʃɐ/

Ορισμός και σημασία του "moisture"στα αγγλικά

01

υγρασία, βρεγμένο

the presence of liquid, typically water, in a state of wetness or dampness
Παραδείγματα
The fog created a veil of moisture that obscured the view of the city skyline.
Η ομίχλη δημιούργησε ένα πέπλο υγρασίας που επισκίαζε την θέα της ορίζοντα της πόλης.

Λεξικό Δέντρο

moisturize
moisture
moist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store