Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mocha
01
μόκα
a type of drink made with mocha coffee, chocolate, and milk
Παραδείγματα
He liked to garnish his mocha with a dollop of whipped cream and a drizzle of chocolate syrup for a special treat.
Του άρεσε να γαρνίρει το μόκα του με μια κουταλιά σαντιγί και μια σταγόνα σιρόπι σοκολάτας για μια ιδιαίτερη απόλαυση.
02
μόκα, σκούρο καφέ χρώμα
a dark brown color
Παραδείγματα
The cafe proudly serves mocha sourced from the finest Yemeni farms.
Το καφενείο σερβίρει με περηφάνια μόκα από τις καλύτερες φάρμες της Υεμένης.
04
μαλακό δερμάτινο γάντι από δέρμα κατσικιού, δέρμα μαλακού δερμάτινου γαντιού από κατσίκι
soft suede glove leather from goatskin



























