mobster
Pronunciation
/ˈmɑbstɝ/

Ορισμός και σημασία του "mobster"στα αγγλικά

01

μέλος εγκληματικής οργάνωσης, μαφιόζος

a member of a criminal organization, often involved in organized crime such as racketeering, extortion, and other illicit activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mobsters
Παραδείγματα
The mobster faced charges of racketeering, money laundering, and other organized crime activities.
Ο μαφιόζος αντιμετώπισε κατηγορίες για εκβιασμούς, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και άλλες δραστηριότητες οργανωμένου εγκλήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store