Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mobocracy
01
οχλοκρατία, κυβέρνηση του όχλου
government or dominance of a crowd of unorganized and violent people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mobocracies
LanGeek



























