mobility
Pronunciation
/moʊˈbɪɫəti/, /moʊˈbɪɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "mobility"στα αγγλικά

01

κινητικότητα, ικανότητα μετακίνησης

the ability to move easily or be freely moved from one place, job, etc. to another
mobility definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The region 's economic growth is partially due to the mobility of its labor force.
Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής οφείλεται εν μέρει στην κινητικότητα του εργατικού της δυναμικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store