Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mobility
01
κινητικότητα, ικανότητα μετακίνησης
the ability to move easily or be freely moved from one place, job, etc. to another
Παραδείγματα
The region 's economic growth is partially due to the mobility of its labor force.
Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής οφείλεται εν μέρει στην κινητικότητα του εργατικού της δυναμικού.
Λεξικό Δέντρο
immobility
mobility
mobile



























