Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moan
01
στεναχωριέμαι, παραπονιέμαι
to make a low sound that often expresses pain, grief, or disappointment
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moan
γ΄ ενικό πρόσωπο
moans
ενεστώτα μετοχή
moaning
απλός αόριστος
moaned
παθητική μετοχή
moaned
Παραδείγματα
She could n’t help but moan about the long line at the store.
Δεν μπορούσε να μην βογγάξει για τη μεγάλη ουρά στο μαγαζί.
02
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
to complain or grumble about something in a persistent or annoying way
Intransitive: to moan about sth
Παραδείγματα
She began to moan about the traffic as soon as they got on the road.
Άρχισε να γκρινιάζει για την κίνηση μόλις βγήκαν στο δρόμο.
Moan
01
στεναγμός, παράπονο
an utterance expressing pain or disapproval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moans



























