to moan
moan
məʊn
mewn
mobanmosan

Ορισμός και σημασία του "moan"στα αγγλικά

to moan
01

στεναχωριέμαι, παραπονιέμαι

to make a low sound that often expresses pain, grief, or disappointment 
Intransitive
to moan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moan
γ΄ ενικό πρόσωπο
moans
ενεστώτα μετοχή
moaning
απλός αόριστος
moaned
παθητική μετοχή
moaned
Παραδείγματα
The injured soldier began to moan in pain on the battlefield. 

Ο τραυματισμένος στρατιώτης άρχισε να βογγάει από τον πόνο στο πεδίο της μάχης.

02

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

to complain or grumble about something in a persistent or annoying way 
Intransitive: to moan about sth
Παραδείγματα
He constantly moans about having to wake up early for work. 

Παραπονιέται συνεχώς που πρέπει να ξυπνάει νωρίς για τη δουλειά.

01

στεναγμός, παράπονο

an utterance expressing pain or disapproval 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moans

Λεξικό Δέντρο

moaner
moan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store