Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mixology
01
τέχνη της μιξολογίας, επιστήμη των κοκτέιλ
the art or skill of creating cocktails by combining different ingredients
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We were learning mixology techniques while making drinks.
Μαθαίναμε τεχνικές μίξης κοκτέιλ ενώ φτιάχναμε ποτά.
Λεξικό Δέντρο
mixologist
mixology
mixo



























