Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mizzle
01
ψιχάλα, μικρή βροχή
very light rain; stronger than mist but less than a shower
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mizzles
to mizzle
01
ψιχαλίζει, βρέχει ελαφρά
rain lightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
mizzles
ενεστώτα μετοχή
mizzling
απλός αόριστος
mizzled
παθητική μετοχή
mizzled



























