mizzle
mi
ˈmɪ
μι
zzle
zəl
ζαλ
/mˈɪzə‍l/

Ορισμός και σημασία του "mizzle"στα αγγλικά

01

ψιχάλα, μικρή βροχή

very light rain; stronger than mist but less than a shower
mizzle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to mizzle
01

ψιχαλίζει, βρέχει ελαφρά

rain lightly
to mizzle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
mizzles
ενεστώτα μετοχή
mizzling
απλός αόριστος
mizzled
παθητική μετοχή
mizzled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store