Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mix in
01
ανακατεύω, προσθέτω
to combine something with other substances or ingredients
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
mix
ενεστώτας
mix in
γ΄ ενικό πρόσωπο
mixes in
ενεστώτα μετοχή
mixing in
απλός αόριστος
mixed in
παθητική μετοχή
mixed in
Παραδείγματα
She mixed in a bit of water to adjust the consistency of the dough.
Ανέμειξε λίγο νερό για να ρυθμίσει τη σύσταση της ζύμης.
02
αναμιγνύω, προσθέτω
to add something as an extra part or element to something else
Παραδείγματα
He decided to mix in some personal anecdotes to make his presentation more engaging.
Αποφάσισε να αναμείξει μερικές προσωπικές ανέκδοτες για να κάνει την παρουσίασή του πιο ελκυστική.
03
αναμειγνύομαι, ενσωματώνομαι
to become part of a group or situation
Παραδείγματα
Despite being shy, he eventually found ways to mix in and contribute to the discussion.
Παρά τη ντροπαλότητά του, τελικά βρήκε τρόπους να αναμειχθεί και να συνεισφέρει στη συζήτηση.



























