Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mitten
01
γαντί, μιτένα
a type of glove with two parts, one of which covers the fingers and another the thumb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mittens
LanGeek



























