Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miter
01
μίτρα, επισκοπικό καπέλο
a tall pointed headdress worn by bishops and senior abbots as a symbol of authority and position during some ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
miters
02
επιφάνεια λοξοτομής άκρου, λοξότμηση
the surface of a beveled end of a piece where a miter joint is made
03
γωνιακή άρθρωση, άρθρωση με γωνία 45 μοιρών
joint that forms a corner; usually both sides are bevelled at a 45-degree angle to form a 90-degree corner
to miter
01
κόβω σε γωνία, λοξοτομή
to cut the square edges of something at a 45° angle and fit them together to make a 90° corner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
miter
γ΄ ενικό πρόσωπο
miters
ενεστώτα μετοχή
mitering
απλός αόριστος
mitered
παθητική μετοχή
mitered
Παραδείγματα
The carpenter carefully mitered the edges of the wood to create a perfect corner for the frame.
Ο ξυλουργός έκοψε προσεκτικά τις άκρες του ξύλου σε γωνία για να δημιουργήσει μια τέλεια γωνία για το πλαίσιο.
02
συνδέω με λοξή άρθρωση, ενώνω με λοξό κοπή
fit together in a miter joint
03
απονέμω τη μίτρα (σε έναν επίσκοπο), δίνω τη μίτρα (σε έναν επίσκοπο)
confer a miter on (a bishop)
LanGeek



























