Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
misogynistic
01
μισογύνης
detesting women or having a low opinion of them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most misogynistic
συγκριτικός βαθμός
more misogynistic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attitude, society, gender
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
misogynistic
misogynist
misogyn



























