Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misinterpret
01
παρανοήσει, ερμηνεύσει λανθασμένα
to understand or explain something incorrectly
Transitive: to misinterpret sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misinterpret
γ΄ ενικό πρόσωπο
misinterprets
ενεστώτα μετοχή
misinterpreting
απλός αόριστος
misinterpreted
παθητική μετοχή
misinterpreted
Παραδείγματα
The audience misinterpreted the artist's message, creating controversy over the artwork.
Το κοινό παρεξήγησε το μήνυμα του καλλιτέχνη, δημιουργώντας διαμάχη για το έργο τέχνης.
Λεξικό Δέντρο
misinterpret
interpret



























