miser
mi
ˈmaɪ
mai
ser
mistermitermilermaser

Ορισμός και σημασία του "miser"στα αγγλικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

a person who refuses to spend any of their money, often living in poor conditions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misers
Παραδείγματα
The miser refused to turn on the heating in his house, even during the freezing winter months. 

Ο τσιγκούνης αρνήθηκε να ανάψει τη θέρμανση στο σπίτι του, ακόμα και κατά τους παγωμένους χειμερινούς μήνες.

Λεξικό Δέντρο

miserable
miserly
miser
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store