Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miser
01
τσιγκούνης, φιλάργυρος
a person who refuses to spend any of their money, often living in poor conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
misers
Παραδείγματα
The miser refused to turn on the heating in his house, even during the freezing winter months.
Ο τσιγκούνης αρνήθηκε να ανάψει τη θέρμανση στο σπίτι του, ακόμα και κατά τους παγωμένους χειμερινούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
miserable
miserly
miser



























