Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miser
01
τσιγκούνης, φιλάργυρος
a person who refuses to spend any of their money, often living in poor conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misers
Παραδείγματα
The play depicted the character of a miser whose obsession with money led to a lonely and unfulfilled life.
Το έργο απεικόνισε τον χαρακτήρα ενός τσιγκούνη του οποίου η εμμονή με τα χρήματα οδήγησε σε μια μοναχική και ανεκπλήρωτη ζωή.
Λεξικό Δέντρο
miserable
miserly
miser



























