to misconduct
mis
mɪs
mis
con
ˈkən
kēn
duct
dʌkt
dakt
conduct

Ορισμός και σημασία του "misconduct"στα αγγλικά

to misconduct
01

συμπεριφέρομαι άσχημα, κάνω κακή συμπεριφορά

behave badly 
to misconduct definition and meaning
02

κακή διαχείριση, ανίκανη διαχείριση

manage badly or incompetently 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misconduct
γ΄ ενικό πρόσωπο
misconducts
ενεστώτα μετοχή
misconducting
απλός αόριστος
misconducted
παθητική μετοχή
misconducted
01

κακή συμπεριφορά, ανάρμοστη συμπεριφορά

behavior or actions that are illegal, immoral, or violate accepted standards 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misconducts
Παραδείγματα
The employee was fired for misconduct after violating company policies. 

Ο εργαζόμενος απολύθηκε για κακή συμπεριφορά μετά την παραβίαση των πολιτικών της εταιρείας.

02

κακή διαχείριση, κακή συμπεριφορά

bad or dishonest management by persons supposed to act on another's behalf 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store