Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misconduct
01
συμπεριφέρομαι άσχημα, κάνω κακή συμπεριφορά
behave badly
02
κακή διαχείριση, ανίκανη διαχείριση
manage badly or incompetently
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misconduct
γ΄ ενικό πρόσωπο
misconducts
ενεστώτα μετοχή
misconducting
απλός αόριστος
misconducted
παθητική μετοχή
misconducted
Misconduct
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misconducts
Παραδείγματα
Misconduct in the workplace can result in disciplinary action.
Η κακή συμπεριφορά στον χώρο εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχική δράση.
02
κακή διαχείριση, κακή συμπεριφορά
bad or dishonest management by persons supposed to act on another's behalf
Λεξικό Δέντρο
misconduct
conduct
conduce



























