to miscalculate
Pronunciation
/mɪˈskæɫkjəˌɫeɪt/

Ορισμός και σημασία του "miscalculate"στα αγγλικά

to miscalculate
01

υπολογίζω λάθος, κάνω λάθος στον υπολογισμό

to judge a situation by mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
miscalculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
miscalculates
ενεστώτα μετοχή
miscalculating
απλός αόριστος
miscalculated
παθητική μετοχή
miscalculated
Παραδείγματα
The team miscalculated their chances of winning and were caught off guard.
Η ομάδα υπολόγισε λάθος τις πιθανότητες νίκης της και αιφνιδιάστηκε.
02

λανθασμένος υπολογισμός, υπολογίζω λάθος

calculate incorrectly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store