to miscalculate
mis
mɪs
mis
cal
ˈkæl
kāl
cu
kjʊ
kyoo
late
leɪt
leit
recalculatecalculate

Ορισμός και σημασία του "miscalculate"στα αγγλικά

to miscalculate
01

υπολογίζω λάθος, κάνω λάθος στον υπολογισμό

to judge a situation by mistake 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
miscalculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
miscalculates
ενεστώτα μετοχή
miscalculating
απλός αόριστος
miscalculated
παθητική μετοχή
miscalculated
Παραδείγματα
The company miscalculated the demand for their new product. 

Η εταιρεία υπολόγισε λάθος τη ζήτηση για το νέο της προϊόν.

02

λανθασμένος υπολογισμός, υπολογίζω λάθος

calculate incorrectly 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store