Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
μέντα, αρωματικό φυτό
an aromatic plant that grows in temperate regions, the leaves of which are used in cooking
Παραδείγματα
They use mint leaves to garnish their chocolate chip ice cream for a delightful contrast.
Χρησιμοποιούν φύλλα μέντας για να γαρνίρουν το παγωτό τους με τσιπς σοκολάτας για μια απολαυστική αντίθεση.
03
ένας μεγάλος αριθμός, μια ποσότητα
(often followed by `of') a large number or amount or extent
04
νομισματοκοπείο, χώρος κοπής νομισμάτων
a plant where money is coined by authority of the government
05
καραμέλα μέντας, παστίλια μέντας
a candy that is flavored with a mint oil
06
μέντα, φυτό της οικογένειας της μέντας
any member of the mint family of plants
mint
01
μέντα, πράσινο μέντας
having a pale and refreshing shade of green, resembling the color of mint leaves
Παραδείγματα
The throw pillows on the couch featured a calming mint fabric.
Τα μαξιλάρια στον καναπέ είχαν ένα χαλαρωτικό ύφασμα μέντα.
02
σαν καινούριο, λαμπερό
as if new
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mintiest
συγκριτικός βαθμός
mintier
διαβαθμίσιμο
03
εξαιρετικός, υπέροχος
excellent, very good, or of high quality
Dialect
British
slang
Παραδείγματα
He 's got a mint new coat for winter.
Έχει ένα εξαιρετικό καινούριο παλτό για το χειμώνα.
to mint
01
κοπή νομίσματος, σφραγίζω
form by stamping, punching, or printing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mint
γ΄ ενικό πρόσωπο
mints
ενεστώτα μετοχή
minting
απλός αόριστος
minted
παθητική μετοχή
minted
02
βγάζω πολλά λεφτά, μαζεύω χρήματα
to make a lot of money, often quickly or easily
Παραδείγματα
He ’s been minting cash ever since he landed the big contract.
Έχει βγάζει χρήματα από τότε που κέρδισε το μεγάλο συμβόλαιο.
Λεξικό Δέντρο
mintage
minty
mint



























