Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Minstrel
01
τραγουδιστής, αοιδός
a performer, typically a musician, singer, or poet, who entertains audiences with songs, music, or recitations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
minstrels
Παραδείγματα
The minstrel's performance captivated listeners, transporting them to distant lands with each song.
Η παράσταση του τραγουδιστή γοήτευσε το κοινό, μεταφέροντάς τους σε μακρινές χώρες με κάθε τραγούδι.
02
τραγουδιστής, καλλιτέχνης σε θέατρο τραγουδιστών
a performer in a minstrel show
to minstrel
01
γιορτάζω τραγουδώντας, στο στυλ των τροβαδούρων
celebrate by singing, in the style of minstrels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
minstrel
γ΄ ενικό πρόσωπο
minstrels
ενεστώτα μετοχή
minstreling
απλός αόριστος
minstreled
παθητική μετοχή
minstreled



























