at random
at
ˈæt
αιτ
ran
ræn
ραιν
dom
dəm
νταμ

Ορισμός και σημασία του "at random"στα αγγλικά

01

τυχαία, στο περίπου

without a specific order, plan, or pattern 
at random definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The winners were selected at random from the pool of entries. 

Οι νικητές επιλέχθηκαν τυχαία από το σύνολο των συμμετοχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store