minor expense
mi
ˈmaɪ
mai
nor
nər
nēr
ex
ɪks
iks
pense
pɛns
pens

Ορισμός και σημασία του "minor expense"στα αγγλικά

01

μικρό έξοδο, ασήμαντο κόστος

a small, relatively insignificant cost, usually not a major part of a larger financial plan or budget 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
minor expenses
Παραδείγματα
The company considered the coffee break to be a minor expense compared to the overall conference costs. 

Η εταιρεία θεώρησε το διάλειμμα για καφέ ως μικρό έξοδο σε σύγκριση με το συνολικό κόστος της διάσκεψης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store