Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ministerial
01
υπουργικός, ποιμαντορικός
of or relating to a minister of religion or the minister's office
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
υπουργικός, κυβερνητικός
relating to a senior government official who heads a department or their official duties
Παραδείγματα
The negotiations involved several ministerial representatives from different countries.
Οι διαπραγματεύσεις περιλάμβαναν αρκετούς υπουργικούς εκπροσώπους από διαφορετικές χώρες.
Λεξικό Δέντρο
ministerially
ministerial
minist



























