Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Minister
01
υπουργός, πρεσβύτερος
a trained individual who performs religious ceremonies, leads worship services, or provides spiritual guidance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ministers
Παραδείγματα
The minister delivered a powerful sermon on forgiveness during Sunday service.
Ο υπουργός έδωσε ένα ισχυρό κήρυγμα για τη συγχώρεση κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης λειτουργίας.
02
υπουργός
the person who is the head of a specific department within the government, responsible for managing policies, operations, and administration related to that department
Παραδείγματα
As head of the Department of Finance, the minister oversees the country's economic policies and fiscal management.
Ως επικεφαλής του Υπουργείου Οικονομικών, ο υπουργός επιβλέπει την οικονομική πολιτική και τη δημοσιονομική διαχείριση της χώρας.
03
υπουργός, πληρεξούσιος
a government official who represents their country in another nation, ranking below an ambassador
Παραδείγματα
The minister to France attended the diplomatic reception.
Ο υπουργός στη Γαλλία παραβρέθηκε στη διπλωματική υποδοχή.
to minister
01
υπηρετώ, κηρύττω
to fulfill a role in religious service or guidance, providing support and leadership within a community
Intransitive
Παραδείγματα
After completing seminary, she decided to minister to a local community as a pastor.
Μετά την ολοκλήρωση του σεμιναρίου, αποφάσισε να υπηρετήσει μια τοπική κοινότητα ως πάστορας.
02
φροντίζω, υπηρετώ
to care for or address the needs or concerns of someone
Intransitive: to minister to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
minister
γ΄ ενικό πρόσωπο
ministers
ενεστώτα μετοχή
ministering
απλός αόριστος
ministered
παθητική μετοχή
ministered
Παραδείγματα
He dedicated his time to ministering to the elderly in his community.
Αφιέρωσε το χρόνο του για να φροντίζει τους ηλικιωμένους στην κοινότητά του.



























