mining
Pronunciation
/ˈmaɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "mining"στα αγγλικά

01

εξόρυξη, μεταλλευτική

the process of extracting valuable minerals or other materials from the earth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The industry of mining has led to both economic growth and environmental challenges.
Η βιομηχανία εξόρυξης έχει οδηγήσει τόσο στην οικονομική ανάπτυξη όσο και σε περιβαλλοντικές προκλήσεις.
02

ναρκοθέτηση, τοποθέτηση ναρκών

laying explosive mines in concealed places to destroy enemy personnel and equipment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store